ασκητός

ασκητός
η , όν
1) приобретённый в результате практики, тренировки; 2) легко применимый, используемый (о профессии)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ασκητός" в других словарях:

  • ασκητός — ἀσκητός, ή, όν (Α) [ασκώ] 1. ο περίτεχνος, αυτός που έχει κατασκευαστεί με δεξιοτεχνία 2. ο στολισμένος 3. αυτός που επιτυγχάνεται με την εξάσκηση 4. ο γυμνασμένος, όποιος έχει εξασκηθεί σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • ἀσκητός — curiously wrought masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητόν — ἀσκητός curiously wrought masc acc sg ἀσκητός curiously wrought neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητοῖο — ἀσκητός curiously wrought masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητοῖς — ἀσκητός curiously wrought masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητοί — ἀσκητός curiously wrought masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητή — ἀσκητός curiously wrought fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητῷ — ἀσκητός curiously wrought masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητά — ἀσκητά̱ , ἀσκητής one who practises any art masc nom/voc/acc dual ἀσκητής one who practises any art masc voc sg ἀσκητής one who practises any art masc nom sg (epic) ἀσκητός curiously wrought neut nom/voc/acc pl ἀσκητά̱ , ἀσκητός curiously wrought …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκητῶν — ἀσκητής one who practises any art masc gen pl ἀσκητός curiously wrought fem gen pl ἀσκητός curiously wrought masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκώ — (AM ἀσκῶ, έω) 1. γυμνάζω, προπονώ, καθιστώ κάποιον έμπειρο και ικανό σε κάτι 2. μέσ. με συνεχή επανάληψη και άσκηση προσπαθώ να αποκτήσω πείρα, εκπαιδεύομαι, κοπιάζω μσν. εκκλ. μέσ. υποβάλλω το σώμα μου σε στερήσεις αρχ. 1. επεξεργάζομαι κάτι με… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»